μαστορεύω


μαστορεύω
[масторево] р строю

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μαστορεύω" в других словарях:

  • μαστορεύω — μαστορεύω, μαστόρεψα βλ. πίν. 17 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μαστορεύω — (Μ μαστορεύω και μαστορεύγω) [μάστορας] εργάζομαι σαν να είμαι μάστορας κατασκευάζοντας ή επιδιορθώνοντας κάτι («κάθε Κυριακή όλο και κάτι μαστορεύει στο σπίτι») νεοελλ. 1. κατασκευάζω ή επιδιορθώνω κάτι με επιδεξιότητα, φιλοτεχνώ, καλοδουλεύω 2 …   Dictionary of Greek

  • μαστορεύω — μαστόρεψα, μτβ. 1. κατασκευάζω κάτι, επισκευάζω, επιδιορθώνω: Του αρέσει να μαστορεύει. 2. κάνω κάτι με τέχνη, με επιδεξιότητα: Μαστόρεψε μια σκαλιστή καρέκλα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μαστόρεμα — το [μαστορεύω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού μαστορεύω, επιδιόρθωση, επισκευή, φτιάξιμο 2. μτφ. εξάσκηση, καθοδήγηση, δασκάλεμα …   Dictionary of Greek

  • αμαστόρευτος — η, ο [μαστορεύω] 1. αυτός που φτιάχτηκε δίχως μαστοριά, ο κακότεχνος 2. αυτός που καταστρώθηκε και εκτελέστηκε αδέξια …   Dictionary of Greek

  • μαστοριά — η (Μ μαστοριά και μαστορία και μαστοργά) [μάστορας] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού μαστορεύω, μαστόρεμα, επιδιόρθωση, επισκευή («τί μαστοριές έκανες πάλι στην κουζίνα») 2. μτφ. δεξιοτεχνία, επιμέλεια, επιδεξιότητα, επιτηδειότητα, ικανότητα,… …   Dictionary of Greek

  • μαστρολογώ — και μαστρολογάω μαστορεύω, κατασκευάζω ή επισκευάζω κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < μαστρο * + λογώ*] …   Dictionary of Greek

  • καλοφτιάνω — και καλοφκιάνω και καλοφτιάχνω καλόφτιασα, καλοφτιάχτηκα, καλοφτιαγμένος και καλοφτιασμένος, φτιάχνω κάτι καλά, μαστορεύω: Δε μου το χεις καλοφτιάξει το κοστούμι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)